Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

16- Όπως παλιά...

   
Σελήνη 28% στο γέμισμα - Προγνωστικά: Φτωχή ημέρα

    Καλά τα ωραία μέρη και οι εξορμήσεις αλλά κάπου λες να πάνε όλα στο διάολο, εμ κουράζεσαι να φτάνεις στου διαόλου τη μάνα γιά να σου κάτσει η στραβή και να γυρίσεις στραβωμένος και άψαρος. Μάλλον φταίει που τελευταία πήγαμε μόνο μακρυά και όλα τα μακρυνά ήταν χαστούκια. Κάτσε στον κώλο σου ντε, κι εκεί θάλασσα και εδώ θάλασσα. Η σειρά μου να επιλέξω, έκατσε και πήγα μεσοβδόμαδα για μιά βουτιά στη Γαρίτσα και είδα καλή κίνηση, πολύ καλύτερη από όλες τις παραλίες που έχουμε βουτήξει ταξιδεύοντας. Και λέω, άει στο διάλο, που και να μην τα πιάσουμε έδω τα είδα, ξέρω οτι κυκλοφορούν. Είδα κοπάδια σαργών ανάμεσά τους και κάποια πολύ καλά κομμάτια, είδα μια τσιπούρα που ούτε στη λαική δεν τη βλέπεις, είδα κέφαλους, είδα αμέτρητες σάλπες από όλα τα μεγέθη, είδα λίτσες και τι δεν είδα. Εμ αυτό δε λέω ντε; Αφού κυκλοφορούν στην ευρύτερη περιοχή πά'να πεί οτι εκεί τρώνε και σουλατσάρουν. Σάμπως κουτοί είναι οι άλλοι που στήνονται με καρούλια και καλάμια γιά ώρες στα κουρτελάτσα;
   Γαρίτσα λοιπόν και αμετάκλιτος. Ψώνισα από τη λαική 3-4 κιλά παπαλίνα και την έκανα κομματάκια ώστε να τη ζυμώσω μετά με άμμο και να μοσχοβολήσει ο τόπος. Ψωνίσαμε τα δολώματά μας και ετούτη τη φορά το φαραώ μας ποιός τον είδε και δεν τον φοβήθηκε, σωστό θεριό. Μας πρόσεξε ο δολωματάς, εμ κάθε Δευτέρα κάνουμε κατάθεση εδώ και ένα χρόνο κι όχι μόνο τα δολώματα βάλε και τα μπιχλιμπίδια, βάλε και τα καλάμια...είμαστε καλοί πελάτες πιά. Πήραμε με το λοιπόν και ένα κουτάκι μονοδόλι αφού τσουτσούνι ούτε για δείγμα.
Καλοκαίρι καλοκαιράκι
   Φτάσαμε εκεί με το Γιώργη κάπως νωρίς, ο τόπος γεμάτος παιδάκια, οικογένειες που απολάμβαναν το μπάνιο τους. Κάναμε κι εμείς τη βουτιά μας στη γλυκιά θαλασσοταραχή της....Λεβάντες ένπνεε θαρρώ. Υπήρχε κινητικότητα, όχι φοβερή αλλά δε θα έλεγες οτι είναι άδεια η θάλασσα. Πιό πολύ για να χαρτογραφήσοτυμε το μέρος επειδή την περασμένη φορά εκεί πέφταμε συχνά σε φυκιάδες και πήγαινε ο κόπος χαμένος. Εκεί που ο Γιωργάκης έβγαλε τα θεριά υπήρχε βραχοστρωμένο έδαφος....τώρα εξηγείται η κωλοφαρδία σου φίλε μου. Εκεί που ψάρευε ο Γιώργης κάποια άτονα φύκια και μερικές πέτρες κι εκεί που ψάρευα εγώ κάποιο ξέφωτο με άμμο και φύκια. Πήραμε τα χαμπάρια μας που θα ρίξει ο καθένας, σε πόση απόσταση και τα συναφή...μα κάνει κανείς συμβόλαιο με τη θάλασσα και τα ψάρια της;....
Ποίημα
   Είχε μόλις βουτήξει στα βουνά ο ήλιο όταν πιάσαμε να ρίχνουμε μα δε γινόταν αλλιώς υπήρχε κόσμος, να κάνεις κι εσύ το ψάρεμά σου αλλά μη χαλάς το μπάνιο του άλλου, στην τελική κι αυτός τη γαλήνη του ήρθε να βρεί πλάι στο κύμα. Πιάσαμε με το Γιωργάκη να κάνουμε το δύσκολο έργο του μπρουμαρίσματος, έριχνε αυτός την άμμο κι εγώ ζύμωνα με τις σαρδέλες, είχαν αρπάξει κάμποσο που ήταν εκτός ψυγείου και ήταν λες και ξεβουλώναμε βόθρο, μας έπιασε πονοκέφαλος απο τη μυρουδιά. Έπιασα και λιβάνισα περιμετρικά όλο το μέρος μπας και ξυπνήσουν οι σαργοπαππούδες και αρχίσει κάνα γλέντι δίχως άλλο. Τα προγνωστικά πιό χαμηλά από ποτέ, μα ποιός τα λογαριάζει στ'αλήθεια. Άλλωστε ένας φίλος θαλάσσιος βιολόγος, επιστήμονας σωστός μου είπε οτι αυτά έχουν να κάνουν κυρίως με τις παλίρροιες και έδω μέσα στη λεκάνη που ψαρεύουμε δεν έχουμε έντονα φαινόμενα. Αλλού αυτά είναι νόμος εδώ ίσα που μας αγγίζουν...κοτζάμ επιστήμονας το είπε και αφού με συμφέρει θα το ασπαστώ. Άλλωστε πολλές μέρες που τα προγνωστικά ήταν έξοχα γυρίζαμε σπίτι σαν να μην πήγαμε καν γιά ψάρεμα.
   Ανεπαίσθητες κινήσεις στα κουδουνάκια και λίγο-λίγο φτάσαμε στην πρώτη αλλαγή δολωμάτων. Δίχως κλωτσιά και δίχως σπαρτάρισμα έφερε ο Γιώργης έναν ωραίο σηκιό και ο Γιωργάκης έναν ωραίο κακαρέλο. Μα ετούτα τα ψάρια φάγανε την παγίδα και δεν κούνησαν ρούπι, δέχτηκαν τη μοίρα τους φαίνεται...αμαχητί. Ρε μπας και τα μαστούρωσε το λιβάνισμα που έκανα, εδώ κόντεψα να λιποθυμήσω εγώ απο τις ευωδίες.
   Δεύτερη ριξιά και πιάσαμε να μιλάμε για το ποιός θα κάνει το δεύτερο λιβάνισμα, κι αν όντως δουλεύει το μπρούμο;
Κάνεις δεν ήθελε. Εγώ δικαιολογημένα απέιχα, πήγα ψώνισα την παπαλίνα, έβγαλα το χτικιό γιά να την ψιλοκόψω, κόντεψα να πέσω κάτω ζυμώνοντας με την άμμο...έκανα και το πρώτο λιβάνισμα. Έπρεπε να γίνω ενοχλητικός..."παιδιά το μπρούμο...κάποιος πρέπει να το κάνει". Αναποφάσιστοι και οι δύο Γιώργηδες...επιμονή εγώ. Εν τέλει ο Γιωργάκης πήρε την απόφαση. Ο Γιώργης ούτε λόγος,  δεν ρίχνω μπρούμο και δε φτιάχνω μπρούμο. Λες και όταν πιάνει να δολώσει ή να ξεψαρίσει τα πιασμένα δε βρωμάει ψαρίλα...απλά εκεί η ψαρίλα είναι πιό γλυκιά στην μία περιέχει προσμονή και στην άλλη την πολυπόθητη επιτυχία. Δεν πάει έτσι όμως ψαρά μου, όλο μαζί είναι το ψάρεμα, και το χαμαλίκι συνάμα. Ποιός από εμάς φτιάχνει μπρούμο και χαίρεται η ψυχή του;
   Έφτασε η ώρα για την επόμενη αλλαγή, ώστοσο κίνηση δεν υπήρξε έκτος από κάτι σαλέματα στα κουδουνάκια, ένα σύρσιμο σε πολυάγκιστρο με καλαμάρι και ένα χαζοτσίμπημα σε αρματωσιά με γυαλίσιο. Έκανε ο θεός και τσίμπησαν και σ'αυτό. Πιάνει ο Γιώργης να σηκώσει και έφερνε κάποιο βάρος , αλλά δίχως κλώτσημα και δίχως σπαρτάρισμα. Σηκώνει με ευκολία δυό σαργουδάκια στο διπλαράκι του, δύο συμπαθητικά παλαμίσια σαργουδάκια. Μα ο διάλος να τα πάρει έφαγαν και έμειναν κόκκαλο...μπας και τα μαστούρωσε το μπρούμο;
Τέλος πάντων με δύο ψάρια σε κάθε ριξιά αν συνεχίσει έτσι θα κάνουμε την καλύτερη ψαριά του αιώνα.
Με τα μάτια καρφωμένα στα φωτάκια
   Τρίτη ριξιά και ησυχία. Τσίμπημα μηδέν μέχρι που ένα του Γιωργάκη πήρε το δρόμο του, απόχη ζήτησε με τη μία, σοβαρά τα πράγματα, έπαιρνε κεφάλια το θεριό...αλλά δεν ήταν η ώρα του να έρθει. Από τότε πέρασε ένα καλό διάστημα απραξίας. Ήρθαν λάλες σιχαμερές κάνοντάς μας σαφές οτι δεν κυκλοφορεί ψάρι.
Λάλες σιχαμερές
   Κι έπειτα άνοιξη πάλι, ο Γιώργης έφερε ένα σηκιό και έπειτα ο Γιωργάκης, υπήρχαν τσιμπήματα σποραδικά, ανέβηκαν κάποια ψάρια...έχασα τη σειρά με την οποία βγήκαν αλλά λιγοστό νόημα έχει. Το θέμα είναι να βγούν. Οι άλλοι δύο ψάρευαν κι εγώ απ'ότι φαίνεται τους έκανα παρέα αφού τσίμπημα δεν έπαιρνα. Μάλλον η μεριά μου ήταν η χειρότερη. Ήρθε η κυρά μου να μας επισκεφτεί να κάψει ένα τσιγάρο μαζί μας ή μήπως να επιβεβαιώσει οτι ο καλός της ψαρεύει όντως τσιπούρες του γυαλού;....Μπα τι αμφιβολία να έχει αφού κάθε φορά βρομοκοπάω όταν γυρίζω, λες να κάνω ατασθαλείες και να έχω ένα σπάρο στην τσέπη για το ξεκάρφωμα;
   Είδε τα καλούδια των άλλων που έκαναν την καλύτερη ψαριά όλης της χρονιάς, είδε και τα χαίρια τα δικά μου που ήμουν άψαρος και γεμάτος ερωτηματικά, με παρηγόρισε λίγο, έδωσε την ευχή της και έκανε να φύγει. Τότε ήταν που το ένα καλάμι μου άρχισε να δίνει και να δίνει και να δίνει. Όπως του Γιωργάκη νωρίτερα, άρχισε ο Γιώργης να τη φωνάζει να επιστρέψει για να καμαρώσει τον καλό της να μάχεται και να νικά. Έπιασα το καλάμι και αυτό έπαιρνε ασταμάτητο, του δίνω μιά και το ένιωσα πάνω, τραβούσε ακάθεκτο, δεν πρόλαβα όμως να το χαρώ ξαφνικα ελάφρυνε, η αρματωσιά εκεί στα βάθη έχασε την ψυχή που είχε και η πετονιά έκανε κοιλιά...Αχ κυρά μου δεν ήταν γραφτό ετούτη τη φορά να με καμαρώσεις.
   Λέγαμε οτι θα το πηγαίναμε για ξημέρωμα και όντως δε μας χώριζε και πολλή ώρα, βέβαια είχαμε αρχίσει να μαραινόμαστε και το δόλωμα δεν έφτανε να βάλουμε όλοι από μία φορά. Έπεσε η ιδέα να πάμε να φύγουμε και έθεσα βέτο..."ένα τέταρτο ακόμη με το ρόλοι, ένα τέταρτο". Όπως το ζήτηξα, έβγαλα κι εγώ έναν όμορφο σαργό έτσι να μη φύγω κλαμμένος και άψαρος, έβγαλε κι ο Γιωργάκης μία τσιπουρίτσα, πάνω που ήθελε απαλά να χαράξει πέρα από τα βουνά. Έπιασα και τουμπάρισα τον κουβά, έμεινα να χαζεύω την καλύτερη ψαριά όλης της χρονιάς που ψαρεύουμε, σε μέρα με προγνωστικά χάλια μαύρα. Στη μάχη μονάγκιστρου με συρόμενο βαρίδι εναντίον διπλαριού δείχνει οτι το διπλάρι νικάει....και δεν είναι η πρώτη φορά που παρτηρείται αυτό. Το αν η πετονιά είναι πολύ λεπτή και αόρατη σε αντίθεση με την 0,30 που δεν είναι αόρατη δε δείχνει να παίζει κανένα μα κανένα ρόλο...Τα αγκίστρια μας πρέπει να είναι κοντόλαιμα και αιχμηρά, μάλλον τα στραβά κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αποτυχίας. Ποιός ξέρει την επόμενη φορά μπορεί να δω άλλα σημάδια και να λέω τα αντίθετα...μα όπως μας πάει ο γυαλός έτσι αρμενίζουμε...
Η καλύτερη ψαριά της χρονιάς...ελπίζω όχι και της επόμενης!!!

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

15- Στα σίγουρα

Σελήνη 3% στο άδειασμα- Προγνωστικά: Πολύ καλή ημέρα

   Ο Γιωργάκης ήθελε να πάμε σε ένα λιμανάκι του βορρά. Ο Γιώργης έλεγε τα δικά του και γιά κάποιο λόγο έπεισε και μένα εύκολα. Ήταν αμμουδιά εκείνο το μέρος παίζει να μας έπεφταν τα σαγόνια από τη βαρεμάρα, άσε που ήταν και μακρυά. Βασικά δεν είχαμε όρεξη για μεγάλο ταξίδι και αυτό ήταν όλο...σίγα μην το κουβεντιάζαμε.

   Είπαμε να πάμε σε κάτι στάνταρ ώστε να πάρουμε λίγη χαρά...δεν πάνε και καλά οι ψαριές τελευταία. Τάχα πιάσαμε κάποια ψαράκια αναπτερωθήκαμε και τώρα βαλθήκαμε να βουτήξουμε πιό βαθιά στο βούρκο.
   Στο Μπούκαρη λοιπόν, μέρος που αγαπάμε και μας αγαπά και εν τέλει την περασμένη φορά φύγαμε λόγω αέρα. Ευκαιρία ετούτη να κάναμε τη βουτιά μας και να εξερευνούσαμε. Είχα αγοράσει 2,5 κιλά φρίσσες και τις είχα κάνει κομμάτια. Τις είχα κλείσει σε έναν κουβά και τις άφησα κάποιες ώρες με αλάτι στον ήλιο ώστε να αρπάξουν να τις ρίξουμε και να μυρίσει ο τόπος.
   Φτάσαμε στο λιμανάκι και πιάσαμε δουλειά με τη μία, εγώ γέμιζα τις παλιές κάλτσες με φρίσσα και οι δύο κολυμβητές τις άφηναν σε διάφορα σημεία που λογικά θα ψαρεύαμε. Βάλαμε και μερικές πέτρες μέσα για να μην παρασυρθούν από τυχόν ρεύματα.
   Θέτικα ήταν τα πρώτα σημάδια με μικρόψαρα να τριγυρίζουν γύρω από τις βυθισμένες κάλτσες και να ψάχνουν αν βρούν την τροφή. Σταδιακά περνούσαν και κάποια μεγαλύτερα. Εξερευνήσαμε λίγο ακόμη την περιοχή μαζεύοντας κάποιους γυαλίσιους και βγήκαμε. Το σκεπτικό είναι οτι μπορεί να έχουμε τόσα δολώματα....φαραώ, τσουτσούνια, ακροβάτη, σαρδέλες παστές και καλαμαράκι γόνο μα ίσως ο γυαλίσιος να κάνει τη διαφορά...είναι βγαλμένος από την περιοχή κι ενδεχομένως τα ψάρια να το θεωρούν πιό οικείο.
   Στεγνώσαμε και πιάσαμε να δένουμε, ετοίμασα κι εγώ τους γυαλίσιους και αρχίσαμε να δολώνουμε. Τα προγνωστικά θετικά, ο καιρός καλός κι εμείς ορεξάτοι. Ποικιλία δολωμάτων ατελείωτη.
   Καθήσαμε ανάψαμε τσιγαράκι, ανοίξαμε μπύρες και νά'σου το πρώτο τσίμπημα σε καλάμι του Γιώργη με φαραώ παστωμένο. Εύκολα το έφερε έξω, ένα σαργοπουλάκι όλο σκέρτσο. Άντε λέμε καλή αρχή, πιστέψαμε οτι οι κάλτσες κάνουν δουλειά.
   Έπιασε να πέφτει το σκοτάδι και άλλο σημάδι δεν υπήρχε, πιάσαμε την ψιλή κουβέντα και ξεχαστήκαμε μέχρι ένα κουδουνάκι του Γιωργάκη να πάρει δρόμο για μέσα, άρχισε να φέρνει..."ρε θες απόχη; " να ρωτάμε εμείς, μουρμούριζε αυτός, "πιάσε ρε Γιώργη την απόχη, το έχουμε ξαναδεί το έργο" μέχρι που αποφάσισε να τη ζητήσει και ένας ωραίος σηκιός ήρθε να κάνει παρέα στο σαργουδάκι. Αυτό το είδος αγαπάει το Γιωργάκη....μα παντού να βγάζει σηκιό!
   Πιάσαμε αλλάξαμε δολώματα, πολλά ήταν αφάγωτα και άλλα ήταν σκαλωμένα. Μία φορά ο γυαλίσιος δε δούλευε, παρ'ότι λέγεται πως το καλοκαίρι δουλεύει καλά και παρά το γεγονός οτι η περιοχή φιλοξενεί μπόλικους από δαύτους. Τόσα χρόνια όπου πετύχουμε δοκιμάζουμε...ποτέ όμως δεν πήραμε τσιμπιά με το δόλωμα αυτό, δεν πά'να λένε οτι είναι το αγαπημένο του σαργού και της τσιπούρας, δε μας έχει πείσει ακόμα.
Λαγωνικά στη φέρμα τα καλάμια
   Από μπύρα το γυρίσαμε στον καφέ, ένα δικό μου κουδουνάκι από την εσωτερική πλευρά τράβηξε γενναία, αναθάρρησα, σκέφτηκα οτι ήρθε και η δική μου σειρά, άρχισα να φέρνω μα δεν ένιωθα κάτι, πάει πλακίτσα μας έκανε σκέφτηκα και λίγο πριν το βγάλω είδα ένα μικροσκοπικό μουρμουράκι που έιχε μπουκώσει τον ακροβάτη, δυστυχώς το κατάπιε.
   Εν τω μεταξύ υπήρχαν κάποια δειλά κουνήματα από την έξω μεριά, κάποια πιτσιρίκια μας ξεχείλωναν τις περιποιημένες δολωσιές. Λάλες έρχοντουσαν στα αγκίστρια μας και μας έσπαγαν τα νεύρα...μα ρε ψοφοσκούληκα έσεις βρήκατε να προλάβετε...αφήστε να φάει και κάνας άλλος, τι κακό είναι ετούτο;
   Το λιμανάκι μας έδειχνε ντεφορμέ, δεν είχε την όρεξη μας φαίνεται κι ας λεν τα προγνωστικά ο,τι θέλουν. Τουρίστε πηγαινοερχόντουσαν και κοίταζαν την ψαριά μας και έτσι η ώρα περνούσε. Σε μία αλλάγη δολωμάτων έφερα πάνω μία μικρή τσιπουρίτσα, βρε αυτές άλλοτε ήταν σαματατζούδες κι έδω όχι δεν κατάλαβα πως πιάστηκε μα ούτε πως την έφερα...τουλάχιστον δεν τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, την έστειλα να μεγαλώσει.
   Άρχισε να μας πλακώνει αυτή η αψαρία γιατί βλέπεις αυτό το μέρος μας έχει μάθει κάπως αλλιώς...η μάλλον εμείς τα θέλαμε κάπως αλλιώς τα πράγματα. Αμ δεν πάει έτσι, δε σού'ρχονται όπως τα θες...όπως σού'ρθουν πορεύεσαι. Περνούσε και περνούσε η ώρα και ακόμα δεν είχαμε πειράξει το ζωντανό φαραώ, σε λίγο θα κόντευε η ώρα να φύγουμε...ρε τον δόλιο ήταν της μοίρας του να μπεί στην κατάψυξη ολάκερος...
   Ένα τραβηγματάκι σε καλάμι του Γιώργη μας ξύπνησε, έφερε μία τσιπουρίτσα πάνω...την κράτησε γιά τηγάνι...όλο αμόλα αμόλα στο τέλος δε θα μας μένει λέπι να αποδείξουμε οτι πήγαμε για ψάρεμα.
Δε φύγαμε και με άδεια χέρια πάντως
Βρε πανάθεμά τα το χειμώνα δεν τρώγανε γιατί είναι χειμώνας και τώρα γιατι δεν τρώνε;
Ποτέ δε θα την ερμηνεύσουμε την παραξενιά Της, μας παίζει και το φχαριστιέται. Ρε δεν πά'να φέρνετε εσείς μπρούμο κι όλου το κόσμου τα καλά...αυτό που θέλω εγώ θα γίνει...και αυτό γίνεται!
   "Δε μαζεύουμε σιγά-σιγά;" ψέλλισε ο Γιώργης..."το τσιγάρο και φύγαμε".

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

14-Νοτος

 Σελήνη 100% Πανσέληνος- Προγνωστικα: Πολύ καλή ημέρα

   Ήτα η σειρά του Γιώργη και ήθελε να πάμε στον Ύψο ξανά, ήταν η μοναδικη φορά που "κλωτσήσαμε" στην απόφασή του. Για ποιό λόγο ρε μάστορα να πάμε Ύψο, γιά να μας πάρουν το κεφάλι οι τουρίστες, η φασαρία και οι επισκέπτες;

Είπαμε, θέλουμε την ησυχία μας. Το δέχτηκε ήρεμα ο Γιώργης και τελικά επέλεξε Μπούκαρη. Καιρό είχαμε να πάμε, δε θα μας χάλαγε να πιάναμε και κάνα ψαράκι. Βέβαια ο,τι και να λέγαμε εμείς ο αέρας έπνεε ΒΔ στα 4-5 μποφόρ.
   Φτάσαμε στο λιμανάκι του Μπούκαρη και βουτήξαμε στην παραλία. Δεν έβλεπες στα 5 εκατοστά πέρα από το γυαλί της μάσκας, τα νερά ταραγμένα και θόλα. Σκεφτήκαμε οτι θα είναι καλό σημάδι μπας και φάνε τίποτα επιφυλακτικά λαβράκια και γεροσαργοί, τίποτα τσιπούρες ακριβοθώρητες. Στο μώλο έσκαγαν κάποια κύματα...
"Ρε παιδιά, δεν το κόβω να μας αφήνει να στήσουμε εδώ, ούτε που θα μπορούμε να δούμε τσίμπημα" είπα, αλλά οι Γιώργηδες αγύριστα κεφάλια, να κουβαλήσουμε και να αρχίσουμε να στήνουμε. Έπιασαν με το λοιπόν αυτοί να δένουν και εγώ άνοιξα μόνο την καρέκλα μου και τη θήκη με τα καλάμια. "Θα περιμένω να δέσετε και να ρίξετε, αν πάτε καλά θα ρίξω..." είπα, και τους άφησα να δένουν ενώ χάζευα τα κύματα ήθελαν να καβαλήσουν το μώλο. Ο αέρας ερχόταν φάτσα και έφερνε και κάποιες στάλες θάλασσας μαζί του, κάτι ήθελε να πεί. Ένα κυματάκι μας πιτσίλισε αρχικά, οι Γιώργηδες όμως απτόητοι και θαρραλέοι συνέχιζαν να δένουν, μέχρι που το είδα να έρχεται. Ένα φουσκωμένο κύμα όλο χάρη..."αυτό έρχεται ..." πρόλαβα να πω μονάχα και το κύμα έσκασε στα βράχια και μας έκανε μούσκεμα. Μιλάει από μόνο του το πράμα και φώναζει..."Πριν ξεκινήσετε από το σπίτι κοιτάξτε τον καιρό και επιλέξτε συνετά", εμείς το χαβά μας, και νά'ταν η πρώτη φορά που μας βρίσκει τέτοιο σκηνικό.
   Άρχισε ο προβληματισμός, ήμασταν στα νότια του νησιού και έπρεπε να βρούμε κάτι κοντινό και απάνεμο αλλιώς θα γυρίζαμε στην πόλη. Η ώρα ήταν ήδη 8 το απόγευμα. Μιά ματιά στο χάρτη και η ιδέα ήρθε. Κάποτε είχαμε δεί ένα λιμανάκι από τη δυτική μεριά του νησιού περίπου στο ύψος που βρισκόμασταν...μάλλον είχε έρθει η ώρα να το επισκεφτούμε. Ήταν ένα λιμανάκι ανάμεσα απο τον Ίσσο και τον Άγιο Γεώργιο Άργυράδων.
Περί αυτού ο λόγος...
   Μας πήρε κάτι λιγότερο από είκοσι λεπτά γιά να το βρούμε. Κατεβήκαμε να το περπατήσουμε. Από τη μία πλευρά ρηχοτοπιά από την άλλη βράχια, μαύρα βράχια που ήθελαν σκαρφάλωμα για να κάνεις ρίψη. Ο αέρας ήταν πιό στρωτός, τουλάχιστον θα ψαρεύαμε λίγο. Σκορπίσαμε όλη την προίκα στο μώλο και πιάσαμε να δένουμε. Ρε τούτο το τοπίο κάτι μου θύμιζε...κάτι μου θύμιζε. Από τη μία μου θύμιζε τον Άη-Γιώργη των Πάγων με τα μαγαζάκια πάνω στο δρόμο, από την άλλη μου θύμιζε το λιμάνι πού είναι στο Νήσάκι και τα δύο μέρη μας έχουν τσακίσει με την αψαρία τους στο παρελθόν. Άρχισα να χαλαρώνω γιά να μην πηγαίνει το μυαλό σε κακοτοπιές. Ρίξαμε και αράξαμε στην αγκαλιά των βράχων.
   Είχαμε φαραώ και τσουτσούνια από την περασμένη φορά. Αγοράσαμε έναν ακόμη φαραώ, έναν ακροβάτη και κάτι τσουτσούνια της κακιάς ώρας, Λέει μας τα κράτησε ο δολωματάς γιατί δεν είχε άλλα, ήταν ειδικά γιά εμάς. Ούτε που σάλευαν, είχαν αρχίσει να μυρίζουν. Είχα κι εγώ σαρδέλες και κάτι μικρά καλαμαράκια που είδα στη λαική κάποιες μέρες πριν. Δόλωσα ένα καλαμαράκι με τρία αγκίστρια εσωτερικά δεμένα με συρματόσχοινο. Το έβαλα στο φασαριόζικο καλάμι, δε χρειάζεται καν κουδούνι, όταν αυτό το μηχανάκι αμολάει φρένα κάνει σαν εξάτμιση από παπάκι...ξεσηκώνει τη γειτονιά.
Το καμάρι του Γιώργη
   Πρώτο φωτάκι πήδηξε, πιάνει ο Γιώργης και αρχίζει να φέρνει, χωρίς πολλά-πολλά ανέβασε έναν ωραίο σηκιό. Βρε βρε το μέρος τούτο 'δω μας καλωσόρισε. Αναπτερώθηκε το ηθικό μας. Βρε για να κρατά σηκιούς το μέρος ετούτο, θα έχει κι άλλα καλά, κάπου εκεί γυρνούν και οι σαργοί. Συνεχίσαμενα ρίχνουμε αλλά οι φιλοδοξίες έμειναν φιλοδοξίες γιά πολλή ώρα.

  Το "παπάκι" αποφάσισε να πάρει μπρος και η καρδιά μου πήγε στην Κούλουρη, τα φρένα έσκουζαν ξεσηκώνοντας μας, και το είχα πει οτι το αφήνω χωρίς κουδουνάκι γιατί έτσι και πάρει θα κάνει φασαρία. Έτσι κι έγινε. Κάτι ερχόταν και έπαιρνε που και που κάνα κεφάλι....άρχισα να φαντάζομαι τσιπούρες, άρχισα να φαντάζομαι λαβράκι, ο Γιώργης με την απόχη ένα βράχο παρακάτω καραδοκούσε...μέχρι που φάνηκε. Μία σμέρνα καλοθρεμμένη απλωνόταν και ξανακουλουριαζόταν. Πανάθεμά σε παλιόφιδο. Την αποχιάσαμε και τη βάλαμε στον κουβά...υπάρχει και κόσμος που εκτιμά τη σμέρνα και το δρόγκο...σίγουρα όχι εμείς.

Έκανε και ο ήλιος τη βουτιά του
  Κατά κάποιον τρόπο εξηγήθηκε πιά και το μυστήριο με τα τραβήγματα και το ψάρι που χάθηκε στον Άη-Γιώργη των Πάγων (σε προηγούμενη εξόρμηση)....ο Άη-Γιώργης του νότου έδωσε το χρησμό του....σμέρνα τέκνα μου σμέρνα.
   Δεν υπήρχαν ούτε σαλέματα...μα κάθε φορά που ερχόμαστε εμείς βρίσκουν να μην τσιμπάνε;...Μυστήριο πράμα.
   Ένα κουδουνάκι του Γιωργάκη τράβηξε λίγο και χωρίς πολλή δυσκολία έφερε ένα συμπαθητικό σαργουδάκι...μα που να γύριζε κι αυτό μόνο του μέσα στη νύχτα...που είναι το κοπάδι του;
Ο σαργός όσο είναι μικρός σε ηλικία πάει κοπαδιαστά λέει, κι όταν μεγαλώσει γίνεται πιό περίεργος και μοναχικός...αυτό το μοναχικό γυρεύουμε. Γιά εμάς θα είναι σίγουρα μοναχικός άλλοι έχουν τα κόλπα και βγάζουν πολλούς μοναχικούς μαζί.
   Το παπάκι ξαναπήρε μπρος και ήξερα τη μοίρα του...χρειαζόταν απόχη ξανά, πλέον ο χειριστής της ήξερε τι να περιμένει και αυτό ήρθε...άλλο ένα φίδι πιό μικρό από το πρώτο. Ο Άη-Γιώργης και τα φίδια του...
   Ένα μικρό μελανουράκι ήρθε σε κάποια στιγμή έχοντας μπουκώσει το αγκίστρι, περιθώρια επιστροφής δεν υπήρχαν, πάει γιά το τηγάνι. Είδαμε ένα πολύ ωραίο ηλιοβασίλεμα, κουρνιάσαμε πίσω από τ αβράχια γιά να μη μας πάρει τα μυαλά ο αέρας μα ψάρια δεν είδαμε.
Να είναι άρσγε τόσο φτωχή η ακτογραμμή της Κέρκυρας;!!!
Τα φίδια του Άη-Γιώργη

Η υπόλοιπη ψαριά






Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

13- Η εκστρατεία...

Σελήνη 44% στο γέμισμα.  Προγνωστικά: Μέτρια ημέρα

   "Βρες μέρος" έλεγε και ξανάλεγε ο αθεόφοβος ο Γιώργης, μα πού να το βρω κι εγώ να το γεννήσω;

Αφού τα έχουμε γυρίσει όλα. Όποιο μέρος έχω σκεφτεί ότι κάνει γιά ψάρεμα το έχω πεί προ πολλού. Βέβαια υπάρχουν και παραλίες στις οποίες δε θα τολμουσαμε να πάμε επειδή χρειάζονται περπάτημα καί εμείς κουβαλάμε ένα ολάκερο νοικοκυριό κάθε φορά. Μία από αυτές είναι το Λιμνί...και το διάλεξα.
   Κάναμε τα απαραίτητα ψώνια όπως κάθε Δευτέρα και πιάσαμε πορεία για τον προορισμό μας. Ορεξάτοι όλοι, είχαμε να πάμε δύο εβδομάδες και όσο νά'ναι μας έλειπε η εκτόνωσή μας. Είναι μιά διαφυγή και αυτό, ξαναγινόμαστε πιτσιρίκια, καθένας το μακρύ καί το κοντό του. Στο μίνι μάρκετ του χωριού μιά συμπαθής κυρία μας συμβούλεψε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι πού περνά μέσα από τη βίλα. Πήραμε το δρόμο πού περνά μέσα από ελαιώνες μα δε βλέπαμε την κατηφόρα πού θυμόμουν. Συναντήσαμε ένα γεροντάκι να περπατά το χωματόδρομο και πιάσαμε να τον ρωτήσουμε, μετά βίας ακούγαμε τη φώνη και με πιό πολύ ζόρι ερμηνεύσαμε το χρησμό του. Βρήκαμε την κατηφόρα και παρκάραμε. Είχαμε μονοπάτι να διανύσουμε οπότε φορτωθήκαμε σαν τα μουλάρια και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε. Περάσαμε το κίτρινο πορτόνι και μπήκαμε στο χώρο της βίλας, διανύσαμε την αυλή της βίλας και συνεχίσαμε να διαβαίνουμε το δάσος. Μας είχαν πιάσει τα γέλια επείδη είχαμε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα αλλά και επειδή όλο αυτό θα έπρεπε να το ανεβούμε φορτωμένοι ξανά μέσα στη νύχτα. Συναντήσαμε σκαλάκια και άρχισαν να ακούγονται πλατσουρίσματα και ομιλίες. Φτάναμε σε παραλία αλλά κάτι δε μού καθόταν, σίγουρα δεν ήταν η παραλία πού θυμόμουν. Συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε και είδαμε κόσμο να έχει γεμίσει τη μικρή παραλία πού καμία σχέση δεν είχε με το Λιμνί.
Ζούγκλα...
   Δεν έφτανε όλο αυτό ο Γιωργάκης εντόπισε και γνωστούς. Τέλεια, θα μας δούνε να κατεβαίνουμε με όλο το κακό και θα βάλουν τα γέλια με το δίκιο τούς. Από την άλλη τα είπαμε, είναι κλειστός ο κύκλος, είναι γιά λίγους και καλούς αυτή η δοκιμασία. Πιάσαμε να κάνουμε συνέλευση, εγώ να μη μπορώ να καταλάβω γιά ποιό λόγο δε βγήκαμε στην παραλία που έλεγα και έτου΄τη η παραλία να μην προσφέρεται, δε φτάνει πού ήταν μικρή ήταν και γεμάτη κόσμο.
   Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, αρχικά γιά το αυτοκίνητο και μετά θα βλέπαμε. Αποκαρδιωτικό να τρως χαστούκι μα το καλημέρα, όμως το κουράγιο μας δε χάθηκε, γελούσαμε με τα χάλια μας. Τηλεφώνησα σε ένα φίλο πού κατέχει τα μονοπάτια καλύτερα. Τα λόγια του σαφή, " Αλλού είναι το Λιμνί, εσείς πρέπει να πάτε εκεί πού υπάρχει μία μικρή ταμπέλα στερεωμένη πάνω σε μία ελιά, από εκεί ξεκινά το μονοπάτι. Θα περπατήσετε τον ελαιώνα θα το δείτε".
Η αρχή του σωστού μονοπατιού


Ομόφωνα αποφασίσαμε να περπατήσουμε το σώστο μονοπάτι. Δε μας έφτανε αυτό πού ανεβοκατεβήκαμε.
   Πιάσαμε να περπατάμε μέσα σε έναν ελαιώνα σε ένα στενό μονοπατάκι, περάσαμε τον ελαιώνα και πιάσαμε να περπατάμε ανάμεσα από θάμνους...περάσαμε και την περιοχή με τούς θάμνους. Αρχίσαμε να περπατάμε σε δασωμένη πλαγιά κάτω από πυκνά κλαδιά."Πως θα ανεβούμε ρε παιδιά, μέσα στη νύχτα και φορτωμένοι, κι αν πιάσουμε και ψάρια τη βάψαμε διπλό το βάρος". Γελούσαμε με την πάρτη μας.
Εν τέλει βγήκαμε σε κάτι σκαλάκια τα οποία μας φανέρωσαν το πολυπόθητο Λιμνί. Αυτή την παραλία θυμόμουν με τη διπλή ακτή.
Το Λιμνί από την πίσω μεριά
   Κάτω μία παρέα ετοιμαζόταν να φύγει παίρνοντας μαζί τους δυό μεγάλες σακούλες με αχινούς, η μία γεμάτη μέχρι πάνω. Πού να βρεί η θάλασσα να δώσει γιά όλους, αν ο καθένας παίρνει για δέκα άτομα. Αν ήταν ο κόσμος πιό σωστός θα βγάζαμε κι εμείς κάνα ψαράκι πού βολοδέρνουμε από παραλία σε παραλία κάθε Δευτέρα και μας μένει μόνο η χαρά. Τι να λέμε τώρα, αυτά είναι ψιλά γράμματα γιά κάποιους κι ας τα έχουμε έμεις γιά αυτονόητα. Είμαστε είδος πού φέρνει την καταστροφή παρά το οτι παινευόμαστε πως έχουμε μυαλό σε αντίθεση με τα ζώα. Τέλος πάντων δεν είπαμε κουβέντα και ουσιαστικά δνε πολυασχοληθήκαμε μιάς και η παραλία περίμενε να την εξερευνήσουμε.
   Βάλαμε μάσκες και βουτήξαμε, είδαμε κάμποσα μελανουράκια και κάποιους συμπαθητικούς σαργούς, είδαμε ντροπαλούς σπάρους και κάποια άλλα ψάρια με κοιλιά...κάπως άσχημα για τα εκλεπτυσμένα
Η  κύρια παραλία
γούστα μας. Βγαίνοντας γιά να στεγνώσουμε βλέπουμε κεφάλια γνώριμα να κολυμπούν προς την ακτή μας, ήταν οι γνωστοί που εντοπίσαμε νωρίτερα στην άλλη παραλία. Ήρθαν, μας είπαν την καλησπέρα τους, θαύμασαν τον εξοπλισμό και το κουράγιο μας, τα είπαμε λίγο και μας χαιρέτισαν,
   Βάλθηκα να κάνω κάποιες ριξιές ώστε να υπολογίσω τις αποστάσεις πού φτάνουμε σε σχέση με αυτές πού κολυμπήσαμε. Η απαράμιλλη τεχνική μου έστειλε το βαρίδι ψηλά, πολύ ψηλά, σε ένα δέντρο στην πλαγιά. Στόλισε κι αυτό την εξόρμησή μας.
   Πιάσαμε να δένουμε με ηρεμία πρωτόγνωρη γιά τα δικά μας δεδομένα, δεν υπήρχε η αγωνία και η ανυπομονησία που μας διακατέχει κάθε φορά...είχε ενέργεια το μέρος. Ο φαραώ ετούτη τη φορά ήταν σωστο παληκάρι. Συνήθως πρέπει να φτάσεις μέχρι τη μέση γιά να βρείς ικανοποιητικό πάχος και πλάτος. Αυτος ήταν θεριό σε όλο του το μήκος.Έγιναν οι πρώτες ρίψεις και άρχισε η αναμονή.
Διπλαράκια, μονάγκιστρα στο βυθό και στα μεσόνερα είχαν ζώσει όλη την παραλία, ένα καλάμι είχε πέσει στην πίσω μεριά.
   Η ώρα περνούσε και τσίμπημα δεν υπήρχε. Μα τόσα μελανουράκια, μα τόσα σαργουδάκια μα εκείνα τα άσχημα με τις κοιλιές....τίποτα!
Δολώναμε και ξαναρίχναμε μα δεν υπήρχε κινητικότητα, ούτε κοντά ούτε μακρυά. Δε μαλαγρώσαμε αν και δε νομίζω πως θα άλλαζε κάτι. Η παραλία ήταν μικρή και υπήρχαν σε όλο το εύρος της περίπου δέκα δολώματα πού άλλαζαν κάθε 50 λεπτά με μία ώρα περίπου. Αν κυκλοφορούσε κάτι θα πλησίαζε και όσο νά'ναι ένα μαλάγρωμα γίνεται από τα τόσα δολώματα. Τόσα κομμάτια φαραώ και τσουτσούνι, δε μπορεί να περνούν απαρατήρητα.
   Ένα μικρό μουρμουράκι χτύπησε προσπαθώντας να χαλάσει την ησυχία μας, πού να βρέθηκε κι αυτό το κακομοίρικο τέτοια ώρα. Επικρατούσε φοβερή αψαρία ήταν σαν να κοιτάζουμε καρτ-ποστάλ, τίποτα δεν άλλαζε. Τα κουδουνάκια στη θέση τους. Άρχισα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο να απαγγέλω καταστάσεις από τον  περίγυρό μας και να ψυχαγωγώ τους δύο ακροατές μου, τους Γιώργηδες. Θα πέρασε μία ακόμα ώρα με όλο αυτό και κουδούνι δεν κινήθηκε. Ωστόσο τα ντέματα ήταν πολλά τα μισά από τα εργαλεία κάθε φορά ήθελαν δέσιμο. Γεμίσαμε το βυθό σφηνωμένα αγκίστρια κι έτσι όπως θά'ναι σφηνωμένα θα πάνε με την ώρα τους τα μικρόψαρα και θα τα ξεγυμνώσουν απ'το δόλωμα, περιφρονόντας τα υπόλοιπα που μπορεί να έχουν πέσει παραδίπλα και καραδοκούν. Δε βαριέσαι, ας είναι κι έτσι.
Δέσε και ξαναδέσε...
   Πέρασε αρκέτη ώρα και δεν υπήρξε σημάδι ζωής. Η απόφαση του γυρισμού δύσκολη, αφού έπρεπε να ανεβούμε όλη την ανηφόρα φορτωμένοι και σχετικώς καταπονημένοι. Άλλη ψυχολογία έχει όταν κουβαλάς και δυό ψαράκια και άλλη όταν γυρνάς με άδεια χέρια.Αρχίσαμε να συμμαζεύουμε φορτωθήκαμε και πήραμε την ανηφοριά μέσα στα σκοτάδια. "Ξου-ξου-ξου" στο δρόμο μην τυχόν και έχει ξεμυτίσει κάνα φίδι γιά ρομαντζάδα. Τελικά ήταν πιό εύκολο το ανέβασμα, ίσως γιατί μας συντρόφευε η ηρεμία πιά και κάποιες σκέψεις στο κεφάλι του καθενός μας. Σωστή εκστρατεία η εξόρμηση ετούτη, ανεβοκατεβήκαμε πλαγιές και δώσαμε τη μάχη μας, καταλάβαμε το Λιμνί και στήσαμε το αρχηγείο μας, στήσαμε τις παγίδες μα δεν υπήρξε "πέρασμα". Κρίμα που ο φαραώ ήταν και καλός αυτή τη φορά...δε βρέθηκε κανείς να τον απολάυσει. Τουλάχιστον κάναμε καλό στο καρδιαγγειακό μας σύστημα με τόσο περπάτημα και ανεβοκατέβασμα...